αναρρώνω

αναρρώνω
αναρρώνω, ανάρρωσα και ανέρρωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναρρώνω — (Α ἀναρρώννυμι) γιατρεύομαι, ανακτώ την υγεία, τις δυνάμεις μου, συνέρχομαι αρχ. (μτβ.) γιατρεύω, ενδυναμώνω, αναζωογονώ κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + ρώννυμι «τονώνω, δυναμώνω». ΠΑΡ. ανάρρωση ( ις), νεοελλ. αναρρωτήριο, αναρρωτικός] …   Dictionary of Greek

  • αναρρώνω — ανάρρωσα, συνέρχομαι από αρρώστια, δυναμώνω: Βγήκε από το νοσοκομείο, αλλά δεν έχει αναρρώσει εντελώς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανάρρωση — η (Α ἀνάρρωσις) [αναρρώνω] ανάκτηση της υγείας, απαλλαγή από την αρρώστια …   Dictionary of Greek

  • αναδίδω — και δίνω (Α ἀναδίδωμι) 1. εκφύω, παράγω, φέρω 2. εκβάλλω, εκπέμπω, βγάζω, σκορπίζω (οσμή, φλόγα, καπνό κ.ά.) 3. αναβλύζω, αναβρύω νεοελλ. (αμτβ.) 1. βλαστάνω, φυτρώνω 2. (για φυτά) ευδοκιμώ, προοδεύω 3. ανακτώ τις σωματικές μου δυνάμεις, αναρρώνω …   Dictionary of Greek

  • αναδώνω — 1. ανακτώ τις δυνάμεις μου μετά από ασθένεια, αναλαμβάνω, αναρρώνω 2. (για φυτά) βλαστάνω, φυτρώνω 3. αναδίδω υγρασία, κακοσμία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + δώνω, μεταπλασμένος τ. αντί δίδω. ΠΑΡ. αναδωμός] …   Dictionary of Greek

  • ανακεφαλώνω — 1. ορθώνω, υψώνω το κεφάλι 2. αναλαμβάνω οικονομικά, γίνομαι κάτοχος περιουσίας 3. αναλαμβάνω σωματικά, αναρρώνω, συνέρχομαι 4. (για χρέος, τού οποίου οι τόκοι εξισώνονται με το κεφάλαιο) διπλασιάζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κεφαλώνω] …   Dictionary of Greek

  • αναλαμβάνω — (Α ἀναλαμβάνω Ν αναλαβαίνω) 1. παίρνω (στα χέρια μου), λαμβάνω 2. δέχομαι να φέρω σε πέρας κάποια εργασία ή υπόθεση, επωμίζομαι την ευθύνη για κάτι 3. αρχίζω να εργάζομαι ως υπάλληλος σε υπηρεσία, αποκτώ κάποιο αξίωμα 4. ανακτώ τις δυνάμεις μου,… …   Dictionary of Greek

  • ανανήχομαι — ἀνανήχομαι (Α) 1. επιπλέω, κολυμπώ, ανέρχομαι στην επιφάνεια υγρού 2. ανακτώ την υγεία μου, αναρρώνω, αναζωογονούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + νήχομαι «πλέω, κολυμπώ»] …   Dictionary of Greek

  • αναραγίζω — και ρραγιζω και –ραΐζω (Α ἀναρραΐζω) νεοελλ. 1. ραγίζω μόλις, ελαφρά 2. παθαίνω ανεπανόρθωτη εξάντληση ή κατάπτωση 3. (για παιδιά) χάνω κάπως την ευεξία μου αρχ. συνέρχομαι μετά από σοβαρή ασθένεια, αναρρώνω …   Dictionary of Greek

  • αναρρωτήριο — το νοσηλευτικό ίδρυμα, όπου παρακολουθείται μόνο και υποβοηθείται η θεραπεία των ασθενών, δίχως να γίνονται χειρουργικές επεμβάσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναρρώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία («αναρρωτήριον ηθικόν»)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”